Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vintage
01
βινταζ, παλαιού τύπου
qui appartient à une époque ancienne ou est d'un style ancien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vintage
συγκριτικός βαθμός
plus vintage
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vintage
αρσενικό πληθυντικό
vintage
θηλυκό ενικό
vintage
θηλυκό πληθυντικό
vintage
Παραδείγματα
Ils ont décoré leur appartement avec des meubles vintage.



























