Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vingtième
01
εικοστός, εικοστός
qui vient après le dix-neuvième dans l'ordre ou dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vingtième
αρσενικό πληθυντικό
vingtièmes
θηλυκό ενικό
vingtième
θηλυκό πληθυντικό
vingtièmes
Παραδείγματα
Le vingtième jour de voyage, nous avons visité un château.
Την εικοστή μέρα του ταξιδιού, επισκεφτήκαμε ένα κάστρο.



























