Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vigilant
01
επιφυλακτικός, προσεκτικός
qui fait très attention, qui reste attentif pour éviter un danger ou une erreur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vigilant
συγκριτικός βαθμός
plus vigilant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vigilant
αρσενικό πληθυντικό
vigilants
θηλυκό ενικό
vigilante
θηλυκό πληθυντικό
vigilantes
Παραδείγματα
Il faut rester vigilant face aux escroqueries en ligne.
Πρέπει να παραμένει κανείς επιφυλακτικός απέναντι στις απάτες στο διαδίκτυο.



























