vigilant
vigilant
vɪʒilɑ̃
vizhilaa

Ορισμός και σημασία του "vigilant"στα γαλλικά

01

επιφυλακτικός, προσεκτικός

qui fait très attention, qui reste attentif pour éviter un danger ou une erreur 
vigilant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vigilant
συγκριτικός βαθμός
plus vigilant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vigilant
αρσενικό πληθυντικό
vigilants
θηλυκό ενικό
vigilante
θηλυκό πληθυντικό
vigilantes
θεματικό πεδίο
attention, sécurité, comportement
Παραδείγματα
Le conducteur doit rester vigilant sur l'autoroute. 

Ο οδηγός πρέπει να παραμένει επιφυλακτικός στην εθνική οδό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vigilant
vigil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store