la vigilance
Pronunciation
/viʒilɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "vigilance"στα γαλλικά

01

εγρήγορση, σταθερή προσοχή

attention constante pour éviter un danger ou une erreur.
la vigilance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa vigilance a permis d' éviter un accident.
Η εγρήγορσή του επέτρεψε την αποφυγή ενός ατυχήματος.

Λεξικό Δέντρο

vigilance
vigil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store