la vigilance
vigilance
vɪʒɪlɑ̃s
vizhilaas

Ορισμός και σημασία του "vigilance"στα γαλλικά

01

εγρήγορση, σταθερή προσοχή

attention constante pour éviter un danger ou une erreur. 
la vigilance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La vigilance est nécessaire pendant la conduite de nuit. 

Η εγρήγορση είναι απαραίτητη κατά την οδήγηση τη νύχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vigilance
vigil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store