Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vigilance
01
εγρήγορση, σταθερή προσοχή
attention constante pour éviter un danger ou une erreur.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La vigilance est nécessaire pendant la conduite de nuit.
Η εγρήγορση είναι απαραίτητη κατά την οδήγηση τη νύχτα.



























