Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vider
01
εξαγνίζω, αδειάζω
enlever le contenu interne d'un aliment, par exemple les viscères d'un poisson ou d'une volaille, ou les graines d'un fruit ou légume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vide
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vidons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
viderai
ενεστώτα μετοχή
vidant
παθητική μετοχή
vidé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vidions
Παραδείγματα
Il vide les tomates pour préparer une farce.
Αδειάζει τις ντομάτες για να προετοιμάσει μια γέμιση.
02
αδειάζω, εκκενώνω
retirer tout le contenu d'un récipient, d'un espace ou d'un lieu
Παραδείγματα
Le serveur a vidé les verres sur la table.
Ο σερβιτόρος άδειασε τα ποτήρια στο τραπέζι.



























