le viaduc
viaduc

Ορισμός και σημασία του "viaduc"στα γαλλικά

01

οδογέφυρα, βιάδουκτ

ouvrage d'art qui permet à une route ou à une voie ferrée de franchir une vallée, une rivière ou un obstacle important 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
viaducs
Παραδείγματα
Le train traverse le viaduc à grande vitesse. 

Το τρένο διασχίζει το οδογέφυρο με μεγάλη ταχύτητα.

Λεξικό Δέντρο

viaduc

via

+

duc

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store