Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le viaduc
[gender: masculine]
01
οδογέφυρα, βιάδουκτ
ouvrage d'art qui permet à une route ou à une voie ferrée de franchir une vallée, une rivière ou un obstacle important
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
viaducs
Παραδείγματα
Le viaduc est soutenu par de hautes arches.
Το οδογέφυρα υποστηρίζεται από ψηλά αψίδες.
Λεξικό Δέντρο
viaduc
via
duc



























