la vessie
ve
ve
ssie
si
si
vesse

Ορισμός και σημασία του "vessie"στα γαλλικά

01

κύστη, ουροδόχος κύστη

organe qui stocke l'urine avant son évacuation 
la vessie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vessies
Παραδείγματα
La vessie se remplit progressivement après avoir bu. 

Η κύστη γεμίζει σταδιακά μετά το πόσιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store