Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le vendeur
01
πωλητής, έμπορος
personne qui vend des produits ou des services dans un magasin ou sur un marché
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vendeurs
αρσενικό ενικό
vendeur
θηλυκό ενικό
vendeuse
neutral form
conseiller commercial
Παραδείγματα
Le vendeur conseille les clients dans la boutique.
Ο πωλητής συμβουλεύει τους πελάτες στο κατάστημα.



























