Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La validité
01
εγκυρότητα
caractère de ce qui est valable, conforme aux règles ou en vigueur pendant une certaine période
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La validité de mon passeport expire dans trois mois.
Η ισχύς του διαβατηρίου μου λήγει σε τρεις μήνες.



























