Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
usé
01
φθαρμένος, ξεθωριασμένος
qui a perdu sa qualité ou son aspect neuf à force d'utilisation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus usé
συγκριτικός βαθμός
plus usé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
usé
αρσενικό πληθυντικό
usés
θηλυκό ενικό
usée
θηλυκό πληθυντικό
usées
Παραδείγματα
Les freins de la voiture sont usés et dangereux.
Τα φρένα του αυτοκινήτου είναι φθαρμένα και επικίνδυνα.



























