Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'usine
[gender: feminine]
01
εργοστάσιο, εγκατάσταση
lieu où l'on fabrique des produits à l'aide de machines
Παραδείγματα
L' usine emploie plus de 500 ouvriers.
Το εργοστάσιο απασχολεί περισσότερους από 500 εργάτες.



























