usagé
u
y
y
sagé
zaʒe
zazhe
usager

Ορισμός και σημασία του "usagé"στα γαλλικά

01

χρησιμοποιημένος, μεταχειρισμένος

qui a déjà été utilisé ou porté, pas neuf 
usagé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus usagé
συγκριτικός βαθμός
plus usagé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
usagé
αρσενικό πληθυντικό
usagés
θηλυκό ενικό
usagée
θηλυκό πληθυντικό
usagées
Παραδείγματα
Ce livre est usagé mais en bon état. 

Αυτό το βιβλίο είναι μεταχειρισμένο αλλά σε καλή κατάσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store