Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
usagé
01
χρησιμοποιημένος, μεταχειρισμένος
qui a déjà été utilisé ou porté, pas neuf
Παραδείγματα
Les jouets usagés peuvent encore être utiles.
Τα μεταχειρισμένα παιχνίδια μπορούν ακόμα να είναι χρήσιμα.



























