l'urticaire

Ορισμός και σημασία του "urticaire"στα γαλλικά

L'urticaire
[gender: feminine]
01

κνίδωση, αγγειοοίδημα

réaction cutanée caractérisée par des plaques rouges et démangeaisons, souvent causée par une allergie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' urticaire disparaît généralement en quelques heures ou jours.
Η κνίδωση συνήθως εξαφανίζεται μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store