téléphoner
Pronunciation
/telefɔne/

Ορισμός και σημασία του "téléphoner"στα γαλλικά

téléphoner
01

τηλεφωνώ, καλώ στο τηλέφωνο

utiliser un téléphone pour parler à quelqu'un
téléphoner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
téléphone
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
téléphonons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
téléphonerai
ενεστώτα μετοχή
téléphonant
παθητική μετοχή
téléphoné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
téléphonions
Παραδείγματα
Nous avons téléphoné pour confirmer la réservation.
Τηλεφωνήσαμε για να επιβεβαιώσουμε την κράτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store