téléphoner
té
te
τε
lé
le
λε
pho
fɔ
φο
ner
ne
νε
téléphonie

Ορισμός και σημασία του "téléphoner"στα γαλλικά

téléphoner
01

τηλεφωνώ, καλώ στο τηλέφωνο

utiliser un téléphone pour parler à quelqu'un 
téléphoner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
téléphone
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
téléphonons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
téléphonerai
ενεστώτα μετοχή
téléphonant
παθητική μετοχή
téléphoné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
téléphonions
Παραδείγματα
Je vais téléphoner à ma mère ce soir. 

Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα μου απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store