Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tâtonnement
01
ψηλάφισμα, αναζήτηση με άγγιγμα
action de chercher quelque chose en touchant ou en avançant prudemment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le tâtonnement dans le noir est difficile.
Το ψηλάφισμα στο σκοτάδι είναι δύσκολο.
02
ψηλάφηση, δοκιμή και λάθος
essai ou tentative pour trouver la bonne solution
Παραδείγματα
Son tâtonnement pour résoudre ce problème a pris du temps.
Η δοκιμή του για την επίλυση αυτού του προβλήματος πήρε χρόνο.



























