Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tâtonnement
[gender: masculine]
01
ψηλάφισμα, αναζήτηση με άγγιγμα
action de chercher quelque chose en touchant ou en avançant prudemment
Παραδείγματα
Il progresse dans le couloir par tâtonnements.
Προχωρά στο διάδρομο ψηλαφώντας.
02
ψηλάφηση, δοκιμή και λάθος
essai ou tentative pour trouver la bonne solution
Παραδείγματα
Le tâtonnement est souvent nécessaire avant de trouver la bonne méthode.
Η δοκιμή και το λάθος είναι συχνά απαραίτητα πριν βρεθεί η σωστή μέθοδος.



























