tuer
Pronunciation
/tɥe/

Ορισμός και σημασία του "tuer"στα γαλλικά

01

σκοτώνω, δολοφονώ

faire mourir quelqu'un ou un animal volontairement ou accidentellement
tuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tuerai
ενεστώτα μετοχή
tuant
παθητική μετοχή
tué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tuions
Παραδείγματα
Ils ont tué le temps en jouant aux cartes.
Σκότωσαν το χρόνο παίζοντας χαρτιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store