trempé
Pronunciation
/tʀɑ̃pe/

Ορισμός και σημασία του "trempé"στα γαλλικά

01

σκληρυμένος, εξασθενοποιημένος

acier rendu plus dur et résistant par un traitement thermique
trempé definition and meaning
Παραδείγματα
L' acier trempé est souvent employé pour les outils coupants.
Ο σκληρυμένος χάλυβας χρησιμοποιείται συχνά για εργαλεία κοπής.
02

très fort, solide, ou endurci par l'expérience

trempé definition and meaning
Παραδείγματα
Les pompiers doivent être trempés pour affronter les dangers.
03

βρεγμένος, μουσκεμένος

complètement imbibé d'eau ou très mouillé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus trempé
συγκριτικός βαθμός
plus trempé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trempé
αρσενικό πληθυντικό
trempés
θηλυκό ενικό
trempée
θηλυκό πληθυντικό
trempées
Παραδείγματα
La serviette est trempée après avoir essuyé la vaisselle.
Η πετσέτα είναι βρεγμένη μετά το σφουγγάρισμα των πιάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store