le traumatisme
Pronunciation
/tʀomatism/

Ορισμός και σημασία του "traumatisme"στα γαλλικά

Le traumatisme
[gender: masculine]
01

τραύμα, ψυχικό τραύμα

blessure physique ou émotionnelle causée par un choc ou un accident
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
traumatismes
Παραδείγματα
Parler de l' événement peut aider à surmonter le traumatisme.
Το να μιλάς για το γεγονός μπορεί να βοηθήσει να ξεπεραστεί το τραύμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store