Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transplanter
01
μεταμοσχεύω, μεταφυτεύω
transférer un organe, un tissu ou une cellule d'un individu à un autre pour remplacer ou réparer une partie malade
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
transplante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
transplantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
transplanterai
παθητική μετοχή
transplanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
transplantions
Παραδείγματα
Transplanter des cellules souches peut sauver des vies.
Μεταμοσχεύοντας βλαστοκύτταρα μπορεί να σώσει ζωές.
02
μεταφυτεύω, μεταμοσχεύω
sortir une plante de son sol d'origine et la replanter ailleurs
Παραδείγματα
Les choux ont été transplantés au début du printemps.
Τα λάχανα μεταφυτεύτηκαν στην αρχή της άνοιξης.



























