Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transplanter
01
μεταμοσχεύω, μεταφυτεύω
transférer un organe, un tissu ou une cellule d'un individu à un autre pour remplacer ou réparer une partie malade
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
transplante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
transplantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
transplanterai
παθητική μετοχή
transplanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
transplantions
Παραδείγματα
Le chirurgien a transplanté un rein au patient.
Ο χειρουργός μετεμφύτευσε ένα νεφρό στον ασθενή.
02
μεταφυτεύω, μεταμοσχεύω
sortir une plante de son sol d'origine et la replanter ailleurs
Παραδείγματα
Le jardinier a transplanté les jeunes plants dans le potager.
Ο κηπουρός μεταφύτευσε τα νεαρά φυτά στον λαχανόκηπο.



























