Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transmettre
01
faire passer quelque chose à quelqu'un, que ce soit un objet, une information, un message ou une qualité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
transmettant
παθητική μετοχή
transmis
Παραδείγματα
Votre lettre m' a été transmise hier.



























