tranquille
tran
tʁɑ̃
τρα
quille
kɪl
κιλ

Ορισμός και σημασία του "tranquille"στα γαλλικά

tranquille
01

ήρεμος, σιωπηλός

qui n'a pas de bruit, de mouvement ou de stress ; calme et paisible 
tranquille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tranquille
συγκριτικός βαθμός
plus tranquille
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tranquille
αρσενικό πληθυντικό
tranquilles
θηλυκό ενικό
tranquille
θηλυκό πληθυντικό
tranquilles
θεματικό πεδίο
environnement, état, atmosphère
Παραδείγματα
La nuit est très tranquille ici. 

Η νύχτα είναι πολύ ήρεμη εδώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store