le train
train
tʁɛ̃
tre
tronc

Ορισμός και σημασία του "train"στα γαλλικά

01

τρένο, σιδηροδρομική αμαξοστοιχία

véhicule composé de plusieurs wagons reliés, circulant sur des rails pour transporter des passagers ou des marchandises 
le train definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trains
Παραδείγματα
Le train part à 18 heures. 

Το τρένο αναχωρεί στις 18:00.

02

διαδικασία, πορεία

développement ou déroulement progressif d'une action ou d'un phénomène 
le train definition and meaning
Παραδείγματα
Le train des négociations est long. 

Το τρένο των διαπραγματεύσεων είναι μακρύ.

03

κίνηση, μετακίνηση

action de se déplacer ou de bouger 
Παραδείγματα
Le train des véhicules est rapide. 

Η κίνηση των οχημάτων είναι γρήγορη.

Λεξικό Δέντρο

entrain
train
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store