Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le train
01
τρένο, σιδηροδρομική αμαξοστοιχία
véhicule composé de plusieurs wagons reliés, circulant sur des rails pour transporter des passagers ou des marchandises
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trains
Παραδείγματα
Le train part à 18 heures.
Το τρένο αναχωρεί στις 18:00.
02
διαδικασία, πορεία
développement ou déroulement progressif d'une action ou d'un phénomène
Παραδείγματα
Le train des négociations est long.
Το τρένο των διαπραγματεύσεων είναι μακρύ.
03
κίνηση, μετακίνηση
action de se déplacer ou de bouger
Παραδείγματα
Le train des véhicules est rapide.
Η κίνηση των οχημάτων είναι γρήγορη.



























