tracer
tra
tʁa
τρα
cer
se
σε
tramertracter

Ορισμός και σημασία του "tracer"στα γαλλικά

tracer
01

σχεδιάζω, τραβώ μια γραμμή

faire une ligne ou une marque sur une surface 
tracer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
trace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
traçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tracerai
παθητική μετοχή
traçé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tracions
Παραδείγματα
L'artiste a tracé un cercle parfait. 

Ο καλλιτέχνης σχεδίασε έναν τέλειο κύκλο.

02

χαράσσω, καθορίζω

indiquer un chemin , une route, une limite 
Παραδείγματα
Ils ont tracé un sentier à travers la forêt. 

Σχεδίασαν ένα μονοπάτι μέσα από το δάσος.

03

ξεφεύγω με ταχύτητα, φεύγω ορμητικά

partir rapidement , se déplacer vite 
Παραδείγματα
Il a tracé sans dire au revoir. 

Έφυγε ορμητικά χωρίς να πει αντίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store