Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tracer
01
σχεδιάζω, τραβώ μια γραμμή
faire une ligne ou une marque sur une surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
trace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
traçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tracerai
παθητική μετοχή
traçé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tracions
Παραδείγματα
L'artiste a tracé un cercle parfait.
Ο καλλιτέχνης σχεδίασε έναν τέλειο κύκλο.
02
χαράσσω, καθορίζω
indiquer un chemin , une route, une limite
Παραδείγματα
Ils ont tracé un sentier à travers la forêt.
Σχεδίασαν ένα μονοπάτι μέσα από το δάσος.
03
ξεφεύγω με ταχύτητα, φεύγω ορμητικά
partir rapidement , se déplacer vite
Παραδείγματα
Il a tracé sans dire au revoir.
Έφυγε ορμητικά χωρίς να πει αντίο.
LanGeek



























