le tourment
tourment
tʊʁmɑ̃
toormaa
tournant

Ορισμός και σημασία του "tourment"στα γαλλικά

01

βασανιστήριο, ταλαιπωρία

grande souffrance morale ou mentale, inquiétude intense ou agitation intérieure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il vit dans le tourment après cette trahison. 

Ζει στην βασανιστήριο μετά από αυτή την προδοσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store