Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
touristique
01
τουριστικός, τουριστική
qui concerne le tourisme ou qui attire les visiteurs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
le plus touristique
συγκριτικός βαθμός
plus touristique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
touristique
αρσενικό πληθυντικό
touristiques
θηλυκό ενικό
touristique
θηλυκό πληθυντικό
touristiques
Παραδείγματα
Cette ville est très touristique en été.
Αυτή η πόλη είναι πολύ τουριστική το καλοκαίρι.



























