Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
toqué
01
τρελός, τρελαμένος
qui est un peu fou, original d'une manière bizarre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus toqué
συγκριτικός βαθμός
plus toqué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
toqué
αρσενικό πληθυντικό
toqués
θηλυκό ενικό
toquée
θηλυκό πληθυντικό
toquées
Παραδείγματα
Il est complètement toqué avec ses inventions farfelues.
Είναι εντελώς toqué με τις παράλογες εφευρέσεις του.



























