toqué
to
taw
qué
ke
ke
cloquéchoquémoquerchoquer

Ορισμός και σημασία του "toqué"στα γαλλικά

01

τρελός, τρελαμένος

qui est un peu fou, original d'une manière bizarre 
toqué definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus toqué
συγκριτικός βαθμός
plus toqué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
toqué
αρσενικό πληθυντικό
toqués
θηλυκό ενικό
toquée
θηλυκό πληθυντικό
toquées
θεματικό πεδίο
comportement, personnalité, mentalité
Παραδείγματα
Il est complètement toqué avec ses inventions farfelues. 

Είναι εντελώς toqué με τις παράλογες εφευρέσεις του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store