Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tombe
01
τάφος, μνήμα
lieu creusé dans la terre pour y enterrer une personne morte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tombes
Παραδείγματα
On a retrouvé la tombe ancienne lors de fouilles archéologiques.
Βρέθηκε ένας αρχαίος τάφος κατά τη διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών.
02
τάφος, μνήμα
monument funéraire ou structure visible marquant l'emplacement d'un corps enterré
Παραδείγματα
La visite de la tombe de Napoléon attire de nombreux touristes.
Η επίσκεψη στον τάφο του Ναπολέοντα προσελκύει πολλούς τουρίστες.



























