Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le toit
01
στέγη, οροφή
partie supérieure extérieure d'un bâtiment qui le couvre et le protège
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
toits
Παραδείγματα
Il y a de la neige sur le toit.
Υπάρχει χιόνι στη στέγη.
02
στέγη, κατοικία
lieu où l'on peut vivre ou dormir à l'abri, souvent utilisé pour parler d'un logement
Παραδείγματα
Tout le monde a droit à un toit.
Όλοι έχουν δικαίωμα σε μια στέγη.



























