Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La timbale
01
μεταλλικό μπολ, μεταλλικό κύπελλο
récipient ou coupe en métal, souvent décoratif ou utilisé pour présenter un plat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
timbales
Παραδείγματα
La timbale en argent est posée sur la table.
Η ασημένια τιμπάλα είναι τοποθετημένη στο τραπέζι.
02
τύμπανα, τιμπάνια
instrument de percussion à peau tendue, de forme semi-sphérique, accordable, utilisé surtout dans la musique classique et orchestrale
Παραδείγματα
La timbale soutient les passages solennels de l'orchestre.
Οι τύμπανα υποστηρίζουν τις σεμνές διαδρομές της ορχήστρας.



























