le ticket
ticket
tsɪkɛ
tsike
criquetbriquet

Ορισμός και σημασία του "ticket"στα γαλλικά

01

εισιτήριο, κάρτα εισόδου

papier qui permet l'accès à un événement ou un transport 
le ticket definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tickets
Παραδείγματα
J'ai acheté un ticket pour le concert. 

Αγόρασα ένα εισιτήριο για τη συναυλία.

02

απόδειξη, παραστατικό

petit papier qui prouve un achat 
le ticket definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai perdu le ticket de caisse. 

Έχασα την απόδειξη.

03

εισιτήριο, λαχείο

morceau de papier donnant le droit de participer à un tirage, un jeu ou une loterie 
Παραδείγματα
Il a acheté un ticket pour le tirage au sort. 

Αγόρασε ένα εισιτήριο για την κλήρωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store