Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ticket
01
εισιτήριο, κάρτα εισόδου
papier qui permet l'accès à un événement ou un transport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tickets
Παραδείγματα
J'ai acheté un ticket pour le concert.
Αγόρασα ένα εισιτήριο για τη συναυλία.
02
απόδειξη, παραστατικό
petit papier qui prouve un achat
Παραδείγματα
J'ai perdu le ticket de caisse.
Έχασα την απόδειξη.
03
εισιτήριο, λαχείο
morceau de papier donnant le droit de participer à un tirage, un jeu ou une loterie
Παραδείγματα
Il a acheté un ticket pour le tirage au sort.
Αγόρασε ένα εισιτήριο για την κλήρωση.



























