Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tester
01
δοκιμάζω, ελέγχω
essayer quelque chose pour vérifier si ça marche ou si c'est bon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
teste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
testons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
testerai
ενεστώτα μετοχή
testant
παθητική μετοχή
testé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
testions
Παραδείγματα
Je vais tester ce nouveau logiciel demain.
Αύριο θα δοκιμάσω αυτό το νέο λογισμικό.



























