Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tester
01
δοκιμάζω, ελέγχω
essayer quelque chose pour vérifier si ça marche ou si c'est bon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
teste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
testons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
testerai
ενεστώτα μετοχή
testant
παθητική μετοχή
testé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
testions
Παραδείγματα
Ils testent toujours leurs produits avant de les vendre.
Δοκιμάζουν πάντα τα προϊόντα τους πριν τα πουλήσουν.



























