terrible
terrible
tɛʁɪbl
teribl

Ορισμός και σημασία του "terrible"στα γαλλικά

01

τρομερός, φοβερός

qui cause beaucoup de peur , de douleur  ou de tristesse 
terrible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus terrible
συγκριτικός βαθμός
plus terrible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terrible
αρσενικό πληθυντικό
terribles
θηλυκό ενικό
terrible
θηλυκό πληθυντικό
terribles
θεματικό πεδίο
émotion, événement, intensité
Παραδείγματα
Il y a eu un terrible accident sur l'autoroute. 

Συνέβη ένα τρομερό ατύχημα στον αυτοκινητόδρομο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store