la terreur
terreur
taɛʁœʁ
taeroer
terrer

Ορισμός και σημασία του "terreur"στα γαλλικά

01

τρόμος, φόβος

peur extrême et violente 
la terreur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La vue du serpent a provoqué une grande terreur chez l'enfant. 

Η θέα του φιδιού προκάλεσε μεγάλο τρόμο στο παιδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store