Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terne
01
θαμπός, ξεθωριασμένος
qui manque d'éclat ou de brillance
Παραδείγματα
Les bijoux anciens étaient devenus ternes avec le temps.
Τα παλιά κοσμήματα είχαν γίνει θαμπά με το πέρασμα του χρόνου.
02
άτονος, ανούσιος
qui manque de vivacité ou d'intérêt
Παραδείγματα
Sa personnalité terne le rendait peu remarquable.
Η βαρετή προσωπικότητά του τον έκανε αξιοσημείωτο.



























