Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terne
01
θαμπός, ξεθωριασμένος
qui manque d'éclat ou de brillance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus terne
συγκριτικός βαθμός
plus terne
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terne
αρσενικό πληθυντικό
ternes
θηλυκό ενικό
terne
θηλυκό πληθυντικό
ternes
Παραδείγματα
Les bijoux anciens étaient devenus ternes avec le temps.
Τα παλιά κοσμήματα είχαν γίνει θαμπά με το πέρασμα του χρόνου.
02
άτονος, ανούσιος
qui manque de vivacité ou d'intérêt
Παραδείγματα
Sa personnalité terne le rendait peu remarquable.
Η βαρετή προσωπικότητά του τον έκανε αξιοσημείωτο.



























