Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terne
01
θαμπός, ξεθωριασμένος
qui manque d'éclat ou de brillance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus terne
συγκριτικός βαθμός
plus terne
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terne
αρσενικό πληθυντικό
ternes
θηλυκό ενικό
terne
θηλυκό πληθυντικό
ternes
Παραδείγματα
Le ciel était terne ce matin, sans aucun rayon de soleil.
Ο ουρανός ήταν θαμπός σήμερα το πρωί, χωρίς ούτε μια ακτίνα ηλίου.
02
άτονος, ανούσιος
qui manque de vivacité ou d'intérêt
Παραδείγματα
Son discours était terne et n'a pas captivé l'audience.
Η ομιλία του ήταν βαρετή και δεν συνεπήρε το κοινό.



























