tergiverser
ter
tɛʁ
ter
gi
ʒi
zhi
ver
vɛʁ
ver
ser
se
se
châtaignierécarquillerflexibilitébredouiller

Ορισμός και σημασία του "tergiverser"στα γαλλικά

tergiverser
01

αναβάλλω την απόφαση, αποφεύγω τη δράση

retarder une décision ou une action en cherchant des excuses ou en hésitant 
tergiverser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tergiverse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tergiversons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tergiverserai
ενεστώτα μετοχή
tergiversant
παθητική μετοχή
tergiversé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tergversions
Παραδείγματα
Il tergiverse au lieu de prendre une décision importante. 

Διστάζει αντί να πάρει μια σημαντική απόφαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store