Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tergiverser
01
αναβάλλω την απόφαση, αποφεύγω τη δράση
retarder une décision ou une action en cherchant des excuses ou en hésitant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tergiverse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tergiversons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tergiverserai
ενεστώτα μετοχή
tergiversant
παθητική μετοχή
tergiversé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tergversions
Παραδείγματα
Il a tergiversé toute la journée au lieu de commencer le travail.
Καθυστέρησε όλη τη μέρα αντί να ξεκινήσει τη δουλειά.



























