Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La teinturerie
01
στεγνό καθάρισμα, καθαριστήριο
lieu commercial où l'on nettoie les vêtements sans eau, avec des produits spéciaux
Παραδείγματα
Je vais chercher ma veste à la teinturerie.
Πάω να πάρω το σακάκι μου από το καθαριστήριο.
02
βαφείο, εργαστήριο βαφής
lieu où l'on colore les vêtements ou tissus en les plongeant dans des bains de teinture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
teintureries
Παραδείγματα
La teinturerie utilise des colorants végétaux traditionnels.
Η βαφείο χρησιμοποιεί παραδοσιακές φυτικές χρωστικές.



























