Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le taux de change
01
συνάλλαγμα, τιμή συναλλάγματος
valeur d'une monnaie par rapport à une autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
taux de change
Παραδείγματα
Le taux de change de l'euro par rapport au dollar a augmenté.
Η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου έχει αυξηθεί.



























