Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tatillon
01
περίεργος, υπερβολικά λεπτολόγος
qui fait preuve d'une attention excessive aux détails, souvent de manière irritante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tatillon
συγκριτικός βαθμός
plus tatillon
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tatillon
αρσενικό πληθυντικό
tatillons
θηλυκό ενικό
tatillonne
θηλυκό πληθυντικό
tatillonnes
Παραδείγματα
Son côté tatillon le rend excellent en contrôle qualité.
Η σχολαστική του πλευρά τον κάνει εξαιρετικό στον έλεγχο ποιότητας.
Le tatillon
[gender: masculine]
01
ψυχοπαθής, περίεργος
personne qui manifeste une attention excessive et souvent irritante aux petits détails
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tatillons
Παραδείγματα
Ce restaurant a un tatillon qui critique chaque plat.



























