tatillon
tatillon
tatijɔ̃
tatiyaw

Ορισμός και σημασία του "tatillon"στα γαλλικά

01

περίεργος, υπερβολικά λεπτολόγος

qui fait preuve d'une attention excessive aux détails, souvent de manière irritante 
tatillon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tatillon
συγκριτικός βαθμός
plus tatillon
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tatillon
αρσενικό πληθυντικό
tatillons
θηλυκό ενικό
tatillonne
θηλυκό πληθυντικό
tatillonnes
Παραδείγματα
Mon patron est trop tatillon sur les détails insignifiants. 

Το αφεντικό μου είναι πολύ σχολαστικός με τα ασήμαντα λεπτομέρεια.

01

ψυχοπαθής, περίεργος

personne qui manifeste une attention excessive et souvent irritante aux petits détails 
le tatillon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tatillons
Παραδείγματα
Notre équipe a un tatillon qui vérifie chaque virgule. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store