le tailleur
tai
ta
ta
lleur
jœʁ
yoer
tailler

Ορισμός και σημασία του "tailleur"στα γαλλικά

01

γυναικεία στολή, γυναικείο κοστούμι

ensemble féminin composé d'une veste assortie à une jupe ou un pantalon 
le tailleur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tailleurs
Παραδείγματα
Elle porte un tailleur noir pour son entretien d'embauche. 

Φοράει ένα μαύρο γυναικείο κοστούμι για τη συνέντευξή της.

02

ράφτης, ράφτρα

personne dont le métier est de couper et coudre des vêtements 
le tailleur definition and meaning
Παραδείγματα
Le tailleur a repris la veste pour l'ajuster. 

Ο ράφτης διόρθωσε το σακάκι για να ταιριάζει καλύτερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store