sévère
Pronunciation
/sevɛʁ/

Ορισμός και σημασία του "sévère"στα γαλλικά

01

αυστηρός, απότομος

qui impose des règles strictes ou exige beaucoup
sévère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sévère
συγκριτικός βαθμός
plus sévère
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sévère
αρσενικό πληθυντικό
sévères
θηλυκό ενικό
sévère
θηλυκό πληθυντικό
sévères
Παραδείγματα
La discipline sévère aide certains étudiants à progresser.
Η αυστηρή πειθαρχία βοηθάει κάποιους μαθητές να προοδεύουν.
02

σοβαρός, βαρύς

qui concerne une maladie ou une situation critique
sévère definition and meaning
Παραδείγματα
Le patient est dans un état sévère mais stable.
Ο ασθενής βρίσκεται σε σοβαρή αλλά σταθερή κατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store