Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sévère
01
αυστηρός, απότομος
qui impose des règles strictes ou exige beaucoup
Παραδείγματα
La discipline sévère aide certains étudiants à progresser.
Η αυστηρή πειθαρχία βοηθάει κάποιους μαθητές να προοδεύουν.
02
σοβαρός, βαρύς
qui concerne une maladie ou une situation critique
Παραδείγματα
Le patient est dans un état sévère mais stable.
Ο ασθενής βρίσκεται σε σοβαρή αλλά σταθερή κατάσταση.



























