Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sévère
01
αυστηρός, απότομος
qui impose des règles strictes ou exige beaucoup
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sévère
συγκριτικός βαθμός
plus sévère
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sévère
αρσενικό πληθυντικό
sévères
θηλυκό ενικό
sévère
θηλυκό πληθυντικό
sévères
Παραδείγματα
Le professeur est sévère avec ses élèves.
Ο δάσκαλος είναι αυστηρός με τους μαθητές του.
02
σοβαρός, βαρύς
qui concerne une maladie ou une situation critique
Παραδείγματα
Il souffre d'une infection sévère.
Υποφέρει από σοβαρή λοίμωξη.



























