Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sésame
01
σουσάμι, σήσαμο
plante cultivée pour ses petites graines oléagineuses, utilisées entières, grillées ou sous forme d'huile en cuisine et pâtisserie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle a saupoudré des graines de sésame sur les pains.
Πάσπαλισε σπόρους σουσαμιού στα ψωμιά.



























