Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
séparer
01
διαχωρίζω
mettre des choses ou des personnes à part ou éloigner les uns des autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sépare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
séparons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
séparerai
ενεστώτα μετοχή
séparant
παθητική μετοχή
séparé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
séparions
Παραδείγματα
Il faut séparer les vêtements blancs des vêtements colorés.
Πρέπει να διαχωρίσουμε τα άσπρα ρούχα από τα χρωματιστά.
02
διαχωρίζω
rompre une relation ou s'éloigner physiquement ou affectivement de quelqu'un
Παραδείγματα
Ils se sont séparés après dix ans de mariage.
Χώρισαν μετά από δέκα χρόνια γάμου.



























