Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
séparer
01
διαχωρίζω
mettre des choses ou des personnes à part ou éloigner les uns des autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sépare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
séparons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
séparerai
ενεστώτα μετοχή
séparant
παθητική μετοχή
séparé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
séparions
Παραδείγματα
Il est difficile de séparer le travail et la vie personnelle.
Είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τη δουλειά και την προσωπική ζωή.
02
διαχωρίζω
rompre une relation ou s'éloigner physiquement ou affectivement de quelqu'un
Παραδείγματα
Les enfants ont du mal à accepter que leurs parents se séparent.
Τα παιδιά δυσκολεύονται να αποδεχτούν ότι οι γονείς τους χωρίζουν.



























