Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sénateur
[female form: sénatrice][gender: masculine]
01
γερουσιαστής, μέλος της Γερουσίας
membre d'une assemblée législative appelée Sénat, chargé de représenter les citoyens et de voter les lois
Παραδείγματα
Les sénateurs doivent défendre les intérêts de leurs électeurs.
Οι γερουσιαστές πρέπει να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των ψηφοφόρων τους.



























