Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sélectif
01
επιλεκτικός, απαιτητικός
qui effectue un choix rigoureux selon des critères précis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sélectif
συγκριτικός βαθμός
plus sélectif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sélectif
αρσενικό πληθυντικό
sélectifs
θηλυκό ενικό
sélective
θηλυκό πληθυντικό
sélectives
Παραδείγματα
Le festival adopte une programmation plus sélective cette année.



























