séduire
séduire
sedzɥiʁ
sedzüir
réduire

Ορισμός και σημασία του "séduire"στα γαλλικά

séduire
01

προσελκύω, γοητεύω

attirer quelqu'un par son charme, son apparence ou sa personnalité 
séduire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
séduis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
séduisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
séduirai
ενεστώτα μετοχή
séduisant
παθητική μετοχή
séduit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
séduisions
Παραδείγματα
Il a réussi à séduire tout le monde avec son humour. 

Κατάφερε να γοητεύσει όλους με το χιούμορ του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store