Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
séduire
01
προσελκύω, γοητεύω
attirer quelqu'un par son charme, son apparence ou sa personnalité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
séduis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
séduisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
séduirai
ενεστώτα μετοχή
séduisant
παθητική μετοχή
séduit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
séduisions
Παραδείγματα
La beauté de la ville séduit les touristes chaque année.
Η ομορφιά της πόλης γοητεύει τους τουρίστες κάθε χρόνο.



























