Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sécurité
01
ασφάλεια, προστασία
état d'être protégé contre le danger ou les risques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sécurités
Παραδείγματα
La sécurité des enfants est une priorité.
Η ασφάλεια των παιδιών είναι προτεραιότητα.
02
ασφάλεια, επίβλεψη
personnes ou service chargé de surveiller un lieu pour le protéger
Παραδείγματα
La sécurité a fouillé les sacs à l'entrée.
Ασφάλεια έψαξε τις τσάντες στην είσοδο.



























