la sécurité
sécurité
sekʏʁite
sekurite
sévérité

Ορισμός και σημασία του "sécurité"στα γαλλικά

01

ασφάλεια, προστασία

état d'être protégé contre le danger ou les risques 
la sécurité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sécurités
Παραδείγματα
La sécurité des enfants est une priorité. 

Η ασφάλεια των παιδιών είναι προτεραιότητα.

02

ασφάλεια, επίβλεψη

personnes ou service chargé de surveiller un lieu pour le protéger 
la sécurité definition and meaning
Παραδείγματα
La sécurité a fouillé les sacs à l'entrée. 

Ασφάλεια έψαξε τις τσάντες στην είσοδο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store