Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sympathiser
01
συμπάσχω, συμπαθώ
ressentir de la sympathie pour quelqu'un, être d'accord ou en harmonie avec lui
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sympathise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sympathisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sympathiserai
ενεστώτα μετοχή
sympathisant
παθητική μετοχή
sympathisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sympathisions
Παραδείγματα
Ils sympathisent immédiatement et deviennent amis.
Συμπαθούν αμέσως και γίνονται φίλοι.



























