Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La survie
01
επιβίωση, διατήρηση της ζωής
fait de continuer à vivre malgré un danger ou des conditions difficiles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La survie de l'espèce dépend de son adaptation.
Η επιβίωση του είδους εξαρτάται από την προσαρμογή του.



























